Όταν οι Έλληνες νίκησαν στο Μεσολόγγι: Οι «ανεπιθύμητοι επαναστάτες» και ο πληροφοριοδότης που έγινε μοναχός

Στις 25 Οκτωβρίου 1822 ξεκίνησε η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, ένα επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης που έλαβε χώρα κατά το αρχικό στάδιο του Απελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων (1821–29).
Η πολιορκία κατέληξε με υποχώρηση του οθωμανικού στρατού, ενώ ιδιαίτερη ήταν η συμβολή ενός Έλληνα που βρισκόταν αναγκαστικά στην υπηρεσία των Τούρκων.
Το ιστορικό πλαίσιο και οι προετοιμασίες για την πολιορκία
Όπως αναφέρει η Wikipedia, μετά την συντριβή των ελληνικών σωμάτων, όπου σκοτώθηκαν και πολλοί φιλέλληνες στην Μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822) οι τουρκικές δυνάμεις υπό την αρχιστρατηγία του Ομέρ Βρυώνη κατευθύνονται προς τη Δυτική Ελλάδα και ανασυντάσσονται στο Βραχώρι (Αγρίνιο) δύο ώρες πεζοπορία από το Μεσολόγγι.
Η αντίσταση των ελληνικών σωμάτων στο Κεφαλόβρυσο Αιτωλοκαρνανίας,(κοντά στο Αιτωλικό) δεν κράτησε παρά ελάχιστες ώρες και κατά τον ιστορικό Τρικούπη «οι μεν εντόπιοι οπλαρχηγοί ανέβησαν στα βουνά, ο δε Κίτσος (Γεώργιος) και ο Μπότσαρης εισήλθαν καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών και κακώς έχοντες εις Μεσολόγγι» (με τριάντα πέντε άνδρες), όπου είχε καταφύγει τέσσερις ημέρες προτού και ο Μαυροκορδάτος».
Οι πολιορκούμενοι ήταν 458 κατά Τόμας Γκόρντον, ενώ ο Τρικούπης κάνει αναφορά για 360 άνδρες. Ο Σπηλιάδης μετράει 550 Ρουμελιώτες και 50 Σουλιώτες.
Ο Μαυροκορδάτος, που είχε σπουδάσει οχυρωματική στη Γενεύηα επιδιορθώνει το τείχος και τους προμαχώνες και καθαρίζει τις τάφρους και προσδένει πολλές ξιφολόγχες που είχε βρει στις αποθήκες σε ξύλα ώστε να φαίνονται οι αμυνόμενοι πολλοί.
Οι ανεπιθύμητοι επαναστάτες
Όσοι δεν πρόλαβαν να οχυρωθούν στο Μεσολόγγι επιβιβάστηκαν στο μικρό νησί της Καλάμου που τότε τελούσε υπό αγγλική κυριαρχία, αλλά ο αρμοστής Τόμας Μαίτλαντ τους θεώρησε ανεπιθύμητους επαναστάτες και τους κατεδίωξε με αποτέλεσμα να περιφέρονται πλέον στους καλαμώνεις του Αμβρακικού κόλπου και του Αχελώου επιδιδόμενοι σε κλεφτοπόλεμο. Μετά τη λύση της πολιορκίας αυτοί οι συμφοριασμένοι και όχι απελπισμένοι, προξενούν σημαντικές ζημίες στις εφοδιοπομπές των Τούρκων. Το πόσοι επέζησαν απ΄αυτούς μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (Απρ. 1826) δεν μπορούμε να γνωρίζουμε.
«Αν θέλετε τον τόπο μας ελάτε να τον πάρετε»
Ο Ομέρ Βρυώνης αποφασισμένος εξαρχής να μην καταστρέψει το Μεσολόγγι που θα το χρησίμευε ως ορμητήριο για τις περαιτέρω επιχειρήσεις του στην Πελοπόννησο εύκολα μεταπείσθηκε από τον Βαρνακιώτη, που σύμφωνα με τον Σπηλιάδη «τον κατέπεισε να προτιμήσει την δια συνθηκών παράδοσιν του Μεσολογγίου παρά την δια αιματοχυσίας καταστροφήν».
Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε ο πασάς Άγο Βάσιαρι, παλαιός γνώριμος του Μάρκου Μπότσαρη. Έτσι ο Μπότσαρης βγήκε από την πόλη σε απόσταση «βολής πιστόλας» και συναντήθηκε με τον Άγο Βάσιαρι που του υποσχέθηκε αμνηστία και πολλά άλλα ευεργετήματα.
Ο Μπότσαρης θέλοντας να κερδίσει χρόνο επιχειρηματολογεί ότι χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να πείσει τους φράγκους του Μαυροκορδάτου. Έτσι κερδίζεται χρόνος ανακωχής 8 ημερών οπότε καταφθάνουν οκτώ υδροσπετσιώτικα πλοιάρια και διασπούν τον κλοιό στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου των τριών τουρκικών πλοίων που καταδιωκόμενα το ένα με ζημίες κατεθύνθηκε στην Ιθάκη και τα άλλα δυο στη Ναύπακτο.
Έτσι αποβιβάζονται 1.500 περίπου αγωνιστές με τον Μαυρομιχάλη, τον Λόντο και άλλους από την Πελοπόννησο και εκφορτώνονται τρόφιμα και πολεμοφόδια. Μετά από αυτό ο Μπότσαρης διαμηνύει στους Τούρκους «αν θέλετε τον τόπο μας ελάτε να τον πάρετε».
Η λύση της πολιορκίας
Μετά από την τρίμηνη σχεδόν σθεναρή αντίσταση των πολιορκημένων ο Ομέρ Βρυώνης σοφίζεται να γίνει γιουρούσι στα τείχη του Μεσολογγίου τη Μεγάλη γιορτή για τους Χριστιανούς ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου που οι ντάπιες θα είχαν λιγοστούς άνδρες.
Κατά καλή τύχη ένας Ηπειρώτης που βρίσκονταν στο στρατόπεδο των Τούρκων «εξ ανάγκης υπηρετών » κατά Σπηλιάδη, «διότι δεν ηδύνατο εκ των ιδίων περιστάσεων να τους πολεμήσει, ο Ιωάννης Γούναρης, ειδοποίησε τον γραμματικό του Μακρή για το σχέδιο των Τούρκων. Κατάπληκτοι οι αναρριχώμενοι στα τείχη «λυγάνε και αποτραβιούνται οι Αρβανίτες αφήνοντας πίσω ως πεντακόσια κουφάρια» κατά τον Δημήτριο Φωτιάδη.
Τέλη Δεκεμβρίου και ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς όλο και χειροτερεύει και οι πασάδες καθώς πληροφορούνται πως ο «Λυσσέος», αφού έδιωξε από την Ανατολική Ελλάδα τον Κιοσέ Μεχμέτ, έρχεται στο Μεσολόγγι αποφασίζουν στην 31 Δεκεμβρίου να λύσουν την πολιορκία.
Ο Ιωάννης Γούναρης καταγόταν από τα Ιωάννινα και ήταν ακόλουθος του πασά Ομέρ Βρυώνη. Κατά τη διάρκεια της Α’ Πολιορκίας του Μεσολογγίου ήταν έμπιστος κυνηγός του πασά, ενώ η οικογένεια του βρισκόταν υπό τον τουρκικό ζυγό στην Άρτα.
Χάρη στην ελευθερία κινήσεων που του προσέδιδε η ιδιότητα του κυνηγού, πληροφορήθηκε από τον Γεώργιο Βαρνακιώτη το σχέδιο του τουρκικού στρατού για γενική έφοδο στο ανατολικό τμήμα του Μεσολογγίου, που θα πραγματοποιούταν ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου 1822, ανήμερα δηλαδή των Χριστουγέννων.
Το απόγευμα της 24ης Δεκεμβρίου, ο Ιωάννης, μετά από έντονη εσωτερική πάλη, γνωρίζοντας τις συνέπειες της απόφασης του, γνωστοποίησε στους Έλληνες, μέσω του γραμματέως του Μακρή, το σχέδιο.
Ο Μαυροκορδάτος, μαθαίνοντας την είδηση, ενίσχυσε την άμυνα του φρουρίου και ειδικότερα τη νοτιοανατολική του πλευρά. Έτσι, η γενική έφοδος απέτυχε καθώς οι Μεσολογγίτες στρατιώτες αντί να βρίσκονται στις εκκλησίες, λόγω της εορτής, ήταν προετοιμασμένοι και απέκρουσαν τις εφορμήσεις του τουρκικού στρατο.
Οι υποψίες έπεσαν στο Ιωάννη Γούναρη καθώς ήταν Έλληνας και ένας από τους λίγους που γνώριζαν το σχέδιο. Ο Βρυώνης για να τον εκδικηθεί, έσφαξε την οικογένειά του την οποία κρατούσε υπόδουλη στην Άρτα.
Αγώνας για την αναγνώριση της θυσίας του
Η δράση του αυτή αναγνωρίστηκε από διάσημους οπλαρχηγούς. Ο Γ. Κουντουριώτης ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, του έδωσε αποδεικτικό έγγραφο που διέταζε τη Διοίκηση να τον αποζημιώσει χρηματικά για τη θυσία του.
Εξουθενωμένος πνευματικά από την εκτέλεση της οικογενείας του, διεκδικούσε καθημερινά για δύο μήνες από το Υπουργείο Οικονομίας, την ανταμοιβή του, χωρίς αποτέλεσμα.
Στις 2 Οκτωβρίου 1824, έστειλε ο ίδιος διαμαρτυρία για την αδιαφορία της Γενικής Γραμματείας. Στις 14 Αυγούστου 1830, η Γραμματεία των Στρατιωτικών, του έδωσε 120 φοίνικες, προκειμένου να ανακουφιστεί από την οικονομική εξαθλίωση στην οποία είχε περιέλθει, παρά τη διαταγή του προέδρου Κουντουριώτη, η οποία του απέδιδε 1500 γρόσια.
Μοναχισμός και τελευταία χρόνια
To 1833, κατέφυγε στο Μεσολόγγι, στην Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσας της Αιτωλοακαρνανίας. Ανακαίνισε το μοναστήρι και εκάρη μοναχός, αποφεύγοντας την επαφή με τον κόσμο.
Μέχρι το 1837 είχε λησμονηθεί από το Νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος. Μετά την εγκαθίδρυση της βασιλείας στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε μαζί με άλλους οπλαρχηγούς στον Βασιλιά Όθωνα, ο οποίος εισακούγοντας την επιθυμία του, παρέδωσε στη Μονή Παναγίας Ελεούσας μια μικρή έκταση γης για την υποδοχή των προσκυνητών, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Ιωάννη Γούναρη.
Η ασκητική του ζωή κράτησε δέκα χρόνια. Για πολλούς ιστοριογράφους, η ζωή του τελειώνει στη Μονή. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αναφορές στο όνομα του σε αυθεντικές μαρτυρίες, που αποδεικνύουν την μετέπειτα κοσμική πορεία του.
reader.gr

Ακολουθήστε το Agrinio2Day στο Google News



